Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Ozymandias


By Percy B. Shelley:

 I met a traveller from an antique land 
Who said: "Two vast and trunkless legs of stone 
Stand in the desert. Near them, on the sand, 
Half sunk, a shattered visage lies, whose frown, 
And wrinkled lip, and sneer of cold command, 
Tell that its sculptor well those passions read 
Which yet survive, stamped on these lifeless things, 
The hand that mocked them and the heart that fed: 
And on the pedestal these words appear: 
'My name is Ozymandias, king of kings: 
Look on my works, ye Mighty, and despair!' 
Nothing beside remains. Round the decay 
Of that colossal wreck, boundless and bare 
The lone and level sands stretch far away." 

 By Horace Smith:

In Egypt's sandy silence, all alone, 
Stands a gigantic Leg, which far off throws 
The only shadow that the Desert knows:
— "I am great OZYMANDIAS," saith the stone, 
"The King of Kings; this mighty City shows 
"The wonders of my hand."— The City's gone,— 
Nought but the Leg remaining to disclose 
The site of this forgotten Babylon. 

We wonder,—and some Hunter may express 
Wonder like ours, when thro' the wilderness 
Where London stood, holding the Wolf in chace, 
He meets some fragment huge, and stops to guess 
What powerful but unrecorded race 
Once dwelt in that annihilated place.

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Μέρες Αργίας.

VIII

"Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου
 ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας· 
 σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας 
 που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του. 

 Γι' αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων 
 μ' ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας, 
 κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας 
 άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων.

 Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου, 
 κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει 
 όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει, 

 είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση 
 πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου 
 ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει. "


~Δ. Καψάλης - Μέρες Αργίας.(Απόσπασμα)

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Κονιάκ Μηδέν Αστέρων.


ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ
 Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει
-ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ
 τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωϊας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.

 Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς
 Φωτογραφίας
ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
 Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς καὶ ποὺ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.

Κική Δημουλά.
Adieu jusqu'à l'éternité, où vous et moi ne doit pas nous retrouver ensemble.

 Farewell to eternity, where you and I should not find ourselves together.

Comte de Lautréamont.

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Νεκροί Ξανά

«... Αν είμαι δειλή;»
 Πίνω μια γουλιά ποτό. «Κυνηγάω νεκρά πράγματα. Πώς θα το έλεγες εσύ αυτό;» 
«Φοβάσαι.» Με κοιτάς με εκείνα τα μαύρα μάτια που τόσο με ξέρουν. 
«Φοβάμαι. Φοβάμαι να αντικρύσω τα ζωντανά. Τα τόσο ευμετάβλητα. Τα ψόφια είναι άλλη ιστορία, φίλε μου... Μια φορά πεθαμένος, πάντα πεθαμένος. Δεν χωράνε νεκραναστάσεις...» 
«Έτσι είναι..» 
«Εσύ;» 
«Και εγώ...» 
«Φαντάζομαι.» 
  ΄      Στραγγίζεις το περιεχόμενο του ποτηριού σου και με κοιτάς σοβαρά: 
«Πώς καταντήσαμε έτσι; Μου λες;» 
«Εμείς μας καταντήσαμε έτσι, ρε! Εμείς και αυτοί.» 
«Χαχα!» Άνιωθος και άψυχος ο καγχασμός σου. Κρυώνω και ζαλίζομαι. 
           Είναι πάντα νύχτες κρύες και βροχερές, όταν, με στόμα ξεραμένο από το πιοτό και μάτια βουρκωμένα από τον καπνό ~πάντα απ’αυτόν. Να κρύβει τα άλλα τα δάκρυα~ καταλήγουμε σε τούτες τις κουβέντες. Είναι πάντα εκείνες τις ώρες, όταν οι δείκτες του ρολογιού παγώνουν στις άδειες ώρες πριν το χάραμα που πέφτουν οι μάσκες.. Κανείς μας δεν μιλάει. Σιωπή. 
«Δεν τη μπορώ αυτή την ησυχία. Πάω να βάλω μουσική, έτσι;» 
«Άντε...» δεν γυρίζεις να με κοιτάξεις. 
Με έναν στεναγμό σέρνω τα βήματα μου, νωχελικά προς στο πικάπ. 
«Ορίστε.» Στο δωμάτιο απλώνεται κάποια τζαζ μελωδία.. 
«Βινύλιο; Τι δράμα...» Γελάς. Αυτή τη φορά πιο ζωντανά. Καταρρέω πάλι στον καναπέ δίπλα σου και από κάπου έξω ακούγεται μια βροντή. Έρχεται καταιγίδα. 
«Όλα ακούγονται πιο ωραία στο βινύλιο. Μου είπαν πως τότε ήταν όλα πιο ωραία. Άλλες εποχές, βλέπεις. Πιο ζωντανές, πιο αθώες, πιο νοσταλγικές! Τα Χρόνια του Βινυλίου... Δεν τα έζησα για να ξέρω, αλλά μ’αρέσει να φαντάζομαι...» Απαντώ. 
«Κάποτε, όταν η μουσική θα είναι απλά συχνότητες που θα ταξιδεύουν στο διάστημα (και εμείς κανονικοί νεκροί), τα ίδια θα λένε και θα τα δικά μας τα CD και τα mp3. Κάθε τότε και καλύτερα, και τα συναφή... Ξέρεις μωρέ πως πάει...» 
         Σωπαίνουμε. Έχει ρίξει ψύχρα, κουρνιάζω πιο βαθια στον καναπέ και σε κοιτάζω να τραβάς μια ρουφηξιά από το τσιγάρο σου. Οι καπνοί που ξεφεύγουν από τα χείλια σου διαλύονται στον αέρα και χάνονται στο σκοτάδι. Πάω να βάλω ποτό μα το μπουκάλι είναι άδειο. Γελάω: 
«Όλα γυρίζουν!» σου πετάω, «βλέπεις;» 
«Μη δίνεις σημασία..» Ακούω τη καρδιά σου, και χαμογελάω μόνη μου.. Και άλλες σιωπές. Πολλές σιωπές. Σκέφτομαι αυτά που είπες πριν.
 «Μου λείπει το τότε, ρε πούστη!» καταλήγω, «όταν ακόμα οι μέρες κυλούσαν αργά. Όταν τα καλοκαίρια ήταν κίτρινα, τα φθινόπωρα χρυσά, οι χειμώνες μώβ και η άνοιξη πράσινη με λευκά και κόκκινα τριαντάφυλλα. Και παπαρούνες! Πού πήγε το Τότε;» 
Συνοφρυώνεσαι: 
«Οι εποχές είναι πια ίδιες. Και οι μέρες.; Ένα πετάρισμα των βλεφάρων και χάνεις καμιά ντουζίνα. Πεθάναμε. Πεθάναμε, αγαπητή μου, πριν προλάβουμε να ζήσουμε!»
 «Γιατί έτσι ρε γαμώτο;» 
«Για να σου πω: Θυμάσαι την Άνοιξη; Τη θυμάσαι; Σε κάποια άνοιξη, υπήρξαμε και εμείς χελιδόνια. Μέχρι που μας κόψαν τα φτερά. Το Καλοκαίρι το θυμάσαι, έτσι; Πώς αγαπούσαμε τη θάλασσα... Μας πνίξαν. Μας θάψαν κάτω απ’τα παλάτια που σκαρώναμε στη άμμο. Μετά ήρθε το φθινόπωρο και σαπίσαμε και το χειμώνα βρεθήκαμε άψυχοι, χαμένοι σε απέραντους πάγους. Νεκροί.» 
           Σε μια γωνιά η τηλεόραση, η μόνη φωτεινή πηγή στο δωμάτιο, παίζει, ξεχασμένη από ώρα, σε κάποια κενή συχνότητα. Βλέπω τα χιόνια στην οθόνη. Ψηφιακός χειμώνας μέσα στο κουτί. Χειμώνας ατέλειωτος και έξω απ’αυτό. Και εμείς; Αφημένοι στους πάγους. Αβοήθητοι. Ποιος καργιόλης μας το’κανε αυτό; 
 «Parents vous avez fait mon mahleur et vous avez fait le votre.» Πετάω με μια απαίσια προφορά. Ανασηκώνεις ένα φρύδι και με λοξοκοιτάς. 
«Ρεμπώ.» δηλώνεις με μιαν αδιόρατη απορία στη φωνή. 
«Αυτοί φταίνε για όλα. Αυτοί μας σκότωσαν.» 
«Σκληρό.» 
«Αληθινό. Δεν νομίζεις;» 
«Χμμ... Ναι... Έτσι λέω και εγώ...»
 «Μας βύζαξαν γάλα δηλητήριο. Μας ξέκαναν.»
 «Και μεις;» 
«Το ήπιαμε μονορούφι. Τι να κάναμε; Έπρεπε να επιβιώσουμε.» 
«Η Ζωή εν Τάφω.» 
«Ειρωνικό.» γελάω. 
«Μας ευνούχισαν! Ιδού μπροστά σου παρελαύνουν οι ευνούχοι! Ίδιοι όπως τότε! Ίδιοι όπως πάντα! Τα θύματα μιας τραγωδίας που επαναλαμβάνεται γεννεές γενεών! Τα Θύματα που θα γίνουν Θύτες. Οι ευνούχοι που θα γίνουν οι μέλλοντες Ευνουχιστές! Οι μακελάρηδες... .» 
«...Άπειρες απρόσωπες μονάδες, χωσμένες σε κιβώτια κάτω απ’το χώμα. Έτοιμες να ξεράσουν και άλλους ανθρώπους για να καταστρέψουν.» καταλήγεις. Κοιτώ το βλέμμα σου: Σκληρό. Εξαντλημένο. Αηδιασμένο: Το βλέμμα μου. 
         Πώς μπορεί; Γιατί; Είναι δυνατόν; Λόγια, σκέψεις και υποθέσεις σκαρφαλώνουν στο στόμα μου, μα δεν θα τα ξεράσω... Ίσως προτεραιότητα να χει το οινόπνευμα που κατανάλωσα.... Αυτό φταίει για όλα! Καταραμένο! Πάντα αυτό.... Δεν φοβάμαι ότι ειπώθηκε. Θα πρεπε; Ίσως, αλλά χιλιοειπωμένη η ιστορία... Έχει καταντήσει αηδία πια... Αλλά από την άλλη, ποιός ξέρει; Οι σκέψεις κομματιασμένες πια και το δωμάτιο ξεφτίζει. 
        Διάολε, πότε πάγωσε έτσι η κάμαρα; Μαζεύομαι πάνω στον καναπέ προσπαθώντας ~ματαίως~ να ζεσταθώ. Λίγο πιο πέρα είσαι και εσύ απλωμένος και απαθής. Κοιτάς κάπου στο άπειρο, στα σκοτάδια. Ένας κεραυνός κάνει τα τζάμια να τρίζουν. Τινάζομαι. Ήρθε η Αποκάλυψη, σκέφτομαι. Όμως μετά συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει Αποκάλυψη. Μόνο απωθημένοι τρόμοι. Σελίδες σκισμένες απ’τα τεφτέρια του μυαλού. Δεν μπορώ να ησυχάσω... Σκέφτομαι εμένα. Εσένα. Όλα αυτά τα μισερά πλάσματα που σέρνονται εν αγνοία τους νεκρά. Τα μελλοντικά τέρατα. Τους ευνούχους-ευνουχιστές. Μια ιδέα παρανοϊκή μου έρχεται. Μια τραβηγμένη υπόθεση: «...Και αν εμείς.... Ίσως..;» τα λόγια πεθαίνουν στη γλώσσα μου. Ούτε εγώ δεν ξέρω τι θέλω να πω, νομίζω...
         Γυρνάω να σε δω, μα έχεις αποκοιμηθεί. Έτσι όπως σε βλέπω μπορεί και να έχεις όντως πεθάνει. Πραγματικά, δεν ξέρω. Πάντως δεν με ακούς. Τι αξία να χουν, άραγε, τα λόγια του πιοτού; Νιώθω οξύ στη γλώσσα μου και δεν ξέρω αν φταίει το οινόπνευμα ή κάτι άλλο. Έξω η καταιγίδα έχει κοπάσει ένα γκρίζο φως σημαδεύει τον ορίζοντα. 
        Ξημερώνει. Πλαγιάζω δίπλα σου στον καναπέ και αφήνω το φως να ξεπλύνει όλες τις σκέψεις από τον νου μου. Δεν έχει νόημα! Ο ύπνος θα κάνει το αύριο, σήμερα και θα σβήσει τις αναμνήσεις του χθες; Αφήνω τα μάτια μου να κλείσουν. Να έρθει το αύριο να με σώσει. Και όταν θα ξυπνήσουμε, θα βγούμε στη κρύα μέρα. Στη σταχτοντυμένη πόλη. Θα γίνουμε ένα με το σκυθρωπό, σκυφτό πλήθος. Θα επιστρέψουμε στη πυρετική καθημερινότητα και δεν θα είμαστε πια νεκροί. Αύριο θα ξυπνήσουμε και θα είμαστε πάλι ζωντανοί.

(ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ: ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΌΠΟΥ ΚΑΘΩΣ ΤΑ ΔΙΑΒΑΖΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΓΑΛΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΠΥΡΩΜΕΝΑ ΠΑΛΟΥΚΙΑ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΈΝΑ ΨΗΦΙΑΚΟ CUPCAKE!)