Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Ο Άνθρωπος της Σελήνης.

        "Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα χωριό που δεν υπάρχει πια στους χάρτες, εμφανίστηκε ένας νεαρός μουσικός. Ήρθε σιγανά κι αθόρυβα, εγκαταστάθηκε στις παρυφές του δάσους και έπαιζε, ολημερίς και ολονυχτίς, μια μουσική, τόσο θλιβερή, που όμοια της κανείς δεν είχε ξανακούσει. Είχε όψη αγγελική και δυο μεγάλα μάτια τόσο καθάρια και διάφανα που όσοι τα κοίταξαν, ορκίστηκαν πως μπορούσαν μέσα τους, να δουν την ψυχή του να καθρεπτίζεται λευκή και εκτυφλωτική, σαν χιόνι στον πρωινό ήλιο. Δεν ήταν άνθρωπος, ψιθύριζαν μεταξύ τους τις νύχτες στα καπηλειά. Δεν θα μπορούσε. Δεν γνώριζαν τίποτε για την γενιά του και ποτέ άλλοτε ανθρώπινη μήτρα είχε γεννήσει κάτι τόσο τέλειο. Φήμες δίναν και παίρναν για την καταγωγή του: Κάποιοι λέγαν, πως ήσαν παιδί θεών που ζήλεψαν την ομορφιά του και τον εξόρισαν. Άλλοι λέγαν πως ήταν αερικό, ακίνδυνο, που ταξιδεύει με την τραμουντάνα και πως η επόμενη καταιγίδα θα το πάρει μακριά. Υπήρχε και μια ιστορία όμως, που έκανε τις καρδιές των χωρικών να σπαρταρούν απ'τον φόβο, σαν στάχυα στ' αγέρι της νυχτιάς: Ήταν σπέρμα δαιμόνου και μάνα του η Λάμια, μουρμούριζαν σκυθρωποί, κι ήρθε να φέρει το θανατικό και να χαλάσει τις παρθένες κόρες του χωριού. Να κλέψει την αγνότητα τους, την ομορφιά τους. Να την κάνει δικιά του. 
         Κι όπως γίνεται πάντοτε με τους ανθρώπους, η πιο κακή απ'όλες τις ιδέες, φούντωσε και θέριεψε στα μυαλά τους, τους πάγωσε και τους τύλιξε σφιχτά. Μεγάλος τρόμος απλώθηκε στο χωριό. Οι νέοι κλαίγαν για τo κακό που τους βρήκε κι οι γέροι, οι σοφοί, ξεσκόνιζαν τις σαρακοφαγωμένες αναμνήσεις τους, μη βρουν εκεί τη λύση.  Οι τραμουντάνες ήρθαν και έφυγαν, μα το "στοιχειό" δεν τις ακολούθησε. Μόνο έμεινε ασάλευτος εκεί, στην άκρη του δάσους, να παίζει τις τρομερές μελωδίες του και το χωριό παρέλυσε, περιμένοντας την επικείμενη καταστροφή (και ας μην προσπάθησε ποτέ, ο νέος να τους βλάψει).
           Κάποτε, η παγωνιά αυτή του τρόμου, υψώθηκε και έφτασε ως την Σελήνη. Χώθηκε κάτω από το δέρμα της και την ξύπνησε απ τον βαθύ της ύπνο. Έτσι και αυτή κίνησε να κατεβεί στη Γη να βρει αυτό που της τάραξε την γαλήνη. Ώσπου τα βήματά της την έβγαλαν σ'εκείνο το μικρό χωριό. Βρήκε τους γέροντες και ζήτησε να μάθει τι είχε συμβεί:
"Είναι το Στοιχειό, Κυρά, που ήρθε να μας χαλάσει! Εξολόθρεψέ το, σε παρακαλούμε, και εμείς σκλάβοι σου θα είμαστε αιώνια!" 
Η Σελήνη που δεν μπορούσε να αρνηθεί τέτοια προσφορά, γίνηκε αόρατη και γλίστρησε μαζί με την πάχνη ως στην άκρη του χωριού, να βρει το "στοιχειό" και να το τελειώσει. Μα σαν τα μάτια της αντίκρυσαν τη απόκοσμη θωριά του, μαγεύτηκαν κι όλα τα θαύματα της γης χάσαν την ομορφιά τους.
Στο άκουσμα της μουσικής του βούρκωσαν και το χέρι της ~το δυνατό και αδίσταχτο~ λάθεψε καθώς το μαχαίρι που κράδαινε έπεσε στο χώμα. Πώς να σκοτώσει τέτοιο πλάσμα υπέροχο; Το αίμα του κατάρα θα ταν πάνω της. Η απώλεια του, λεπίδι που θα τις έσκιζε την καρδιά και θα κλεβε κάθε νόημα απ'τη ζωή της. Για ώρες έστεκε, κρυμμένη στις σκιες και βάλθηκε να τον κοιτά και να τον αφουγκράζεται, μέχρι που ρόδισε η ανατολή και αυτή, άπραγη, εξαφανίστηκε και δεν την ξανάδε κανείς σ'αυτά τα μέρη.
             Πέρασαν αρκετές βδομάδες, όταν μια νύχτα που το φεγγάρι ήταν στην γέμιση του, ο νεαρός μουσικός μπήκε στο δάσος να κόψει ξύλα. Τα βήματά του τον οδήγησαν σε ένα ξέφωτο. Άφησε κάτω την λύρα του και ετοίμασε το τσεκούρι του, όταν μια λεπτή ασημένια ανεμόσκαλα έπεσε από τον ουρανό μπροστά του. Ο νέος, αδυνατώντας να τιθασεύσει την περιέργειά του, την σκαρφάλωσε και άρχισε να ανεβαίνει και να ανεβαίνει ψηλά ψηλά στον ουρανό, μέχρι που έφτασε στο φεγγάρι και η Σελήνη τον έκρυψε για παντα στην αγκαλιά της.
             Έκτοτε, ποτέ κανείς χωρικός δεν τον ξανάδε σ'αυτή τη γη, αλλά λένε πως αν κοιτάξεις προσεκτικά την Πανσέληνο, θα τον δεις  ~μια μαύρη σκια~ φυλακισμένο στην αργυρή αγκαλιά της Σελήνης."

            Αυτή την  ιστορία -λίγο πιο απλοποιημένη- μου έλεγε η γιαγιά μου σε κάθε Πανσέληνο, όταν ήμουν μικρή..... Θυμάμαι μάλιστα να της λέω πως κάποτε, όταν θα μεγάλωνα, θα πήγαινα στο φεγγάρι μια Πανσέληνο και θα ελευθέρωνα τον φυλακισμένο της.....





Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

-1- "Εγκαθίσται"

Ξεκινά από ματιές διστακτικές.
Ταξιδεύει σε κιτρινισμένες σελίδες βιβλίων.
Αναπνέει απ' όνειρα αναιμικά
και θρέφεται από αυταπάτες.
Γίνεται ιδέα και τελειότητα.
Σαλεύει και τινάζεται στο χάος.
Παραδίδεται στη φωτιά.
Εκρήγνυται σε μαύρο φόντο.
Σέρνεται κάτω από το δέρμα.
Εγκαθίσταται στο μάταιο.
Σκαλίζει παλιούς τάφους.
Αρρωσταίνει από το "σήμερα"
και διαλύεται σε λυγμούς.
Πλένεται σε λάσπες υποθέσεων
και ανατριχιάζει με ασπρόμαυρες θύμησες.
Διπλώνεται στο κρύο τσιμέντο
και πεθαίνει με έναν ψίθυρο:

"Δε θυμάσαι;"

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Gods to the Godless.




I have one Desire 
Let it be 
A Pestilence upon your lands 
A Plague upon all your houses 
It is my wish To Enslave all your people 
The soil enriched with their Blood 
To Burn your places of Worship 
Our Gods shall become your Gods 

All that lives on the vine is rotten 
May your wines be foul 
And your bread as the flesh of the dead 
An I'll wind to bring nought but decay 
And the stench of your Slaughtered kin 

The newborn, borne with fear in their eyes 
And slavery in their limbs 
As tools to build a new Empire 
We are your cross to bear 
Perhaps you shall be a martyred people 
But as sure as the Night follows the Day
...a Dead People 

 "The desire to sweep away what is sacred and profane. 
 To enforce and embrace Tragedy...to imbed it deep 
 Within the subconscious of generations..."


Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Χωρίς τίτλο.

Πετάς τη συνείδηση σου στο παρκέ,
σαν το μαύρο εκείνο πανωφόρι
που τόσο σ'αρέσει να φοράς.
Με κορμί νωχελικά απλωμένο
στη δερματίνη του καναπέ,
μυρίζεις, γεύεσαι το ουίσκι.
Μυρίζει νύχτα και νύστα,
όπως ξεπλένεις τη σκέψη σου, 
στην χειμωνιάτικη βροχή.

Ξέχασες τα σύνεργα του φόνου, 
στο πίσω κάθισμα του αμαξιού.
Θα σου έλεγα να τα κρύψεις. 
Ξέπλυνε, έστω, το αίμα.
Μα εσύ γλιστράς, γλιστράς
στα υγρά μονοπάτια της ρουτίνας.
Άφησες τα κορμιά να ξεθωριάσουν,
θαμμένα στο παρτέρι του σπιτιού σου.
Και έχεις για άλλη μια φορά ξεχάσει
να κάνεις τον τελευταίο απολογισμό
Των εγκλημάτων σου.






Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Doomsday.

Πραγματικά, σοβαρά και ειλικρινά, θα ήθελα πάρα, μα πάρα, πολύ να γράψω κάτι... Βαθύ, μελαγχολικό, στοχαστικό,  *εισάγετε χαρακτηρισμό της αρεσκείας σας* με τίτλο "Η Τελευταία πνοή της ανθρωπότητας" ή κάποια παρεμφερή βαρύγδουπη παπαριά, αλλά δυστυχώς δεν βρίσκω τις κατάλληλες λέξεις.

Μου είναι αδύνατον.

Αντ'αυτού, μου έρχεται στο νου αυτό:


Και απλά γελάω.

       Αλήθεια τώρα. Για έναν εξωτερικό παρατηρητή (βλ. έστω πως υπάρχουν εξωγήινοι που, εν αγνοία μας, μας παρακολουθούν ΤΩΡΑ σαν σε έναν φουτουριστικό "μεγάλο αδερφό") πρέπει να προσφέρουμε ένα πολύ διασκεδαστικό θέαμα σαν είδος. Βγάζει, κάθε τόσο, κάποιος μια βρώμα για την επικείμενη "καταστροφή" μας από υπερφυσικές απρόβλεπτες δυνάμεις, πλακώνουν οι καταστροφολόγοι, οι θρησκευτικοτέτοιοι, οι εύπιστοι, τα media, και όσοι άλλοι δεν στέκουν καλά ή επωφελούνται από το όλο τζέρτζελο, πανικοβαλλόμαστε ομαδικά, το κάνουμε πρώτο θέμα και στο τέλος αναρωτιόμαστε γιατί δεν έχουμε ψοφήσει ακόμα και χαιρόμαστε.... Μέχρι να ξαναρχίσει το πανηγύρι!
       E, λοιπόν, ας σας εκμυστηρευτώ κάτι: Δεν κινδυνεύουμε ούτε από πλανήτες, ούτε από προφητείες των Μάγιας, ούτε από Αστεροειδείς, ούτε από τα Νεφελίμ! Η μεγαλύτερη απειλή για τον πλανήτη και την ανθρωπότητα είναι η ΙΔΙΑ η ΑΝΘΡΩΠΌΤΗΤΑ! Αλλά δυστυχώς, κάνοντας μια ανασκόπηση των χιλιετηρίδων ύπαρξης μας, καταλήγω στο ότι δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα για να το διορθώσουμε αυτό (πέραν του αφανισμού μας δηλαδή). 
   

    Τώρα πάλι, αν εσείς θέλετε ντε και καλά να τελειώσει ο κόσμος, είστε ελεύθεροι να δείτε τη τελευταία αυγή της γης, να πιείτε το τελευταίο ποτό με τον διάβολο, να ρίξετε την τελευταία μούτζα σας στην ανθρωπότητα και να φωνάξετε για τελευταία φορά "ΣΚΑΤΆ ΣΤΗ ΚΟΙΝΩΝΊΑ", να βρεθείτε με το αμόρε σας και... ότι θέλει προκύψει (να πάνε κάτω τα φαρμάκια) και, προς θεού, μη ξεχάσετε και να με αναφέρετε ως μοναδική κληρονόμο στη διαθήκη σας! Αφού θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε όλοι, τι ψυχή έχει μια τρολιά; Να λύσω και εγώ το βιοποριστικό μου (μεταθάνατον πάντοτε)!
Κάντε, γενικότερα ότι σας ευχαριστεί για τελευταία φορά....
Μέχρι το Σάββατο.



(Τέλος άσκοπης ανάρτησης.)

Υγ. Στη παράγραφο με τις προτάσεις για το τι να κάνετε για τελευταία φορά σχεδίαζα να είμαι πιο αθυρόστομη και αισχρή και σιχαμένη, αλλά αποφάσισα να μείνω "Ευγενής και Εκλεπτυσμένη" ένεκα και του συνδέσμου του "τελευταίου ποτού με τον διάβολο". Ας μην είμαστε τόσο κάφροι πια!

Υγ2. και μιας που τέλειωσα να τα γράφω αυτά τα έμορφα, πάω να συνεχίσω να τρομάζω τον κόσμο για το επικείμενο "ΤΕΛΟΣ". Χρόνια τώρα καφριάζω για το "τέλος που έρχεται" είναι η τιμητική μου σήμερα! ;)

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Σημάδι.

Είναι φορές που θυμάμαι εκείνο το σημάδι στο δεξί σου μάγουλο. Λεπτό και μικρό να διατρέχει κάποια από τα εκατοστά που χωρίζουν τα χείλη από τη μύτη. Κομψό (όπως και εσύ, εντέλει), σχεδόν αόρατο.
 Μου άρεσε να σκέφτομαι πως κάποτε θα μάθαινα τι το δημιούργησε. Πάντοτε αναρωτιόμουν:
Ήταν τάχα σημάδι γέννας; Έργο παιδικού τραυματισμού; Αποτύπωμα της εφηβείας; Έκρυβε κάποια σπουδαία ιστορία ή ήταν ανάξιο αναφοράς;
Φαντάζομαι, ποτέ μου δε θα μάθω.... Ποτέ δεν μου δόθηκε η ευκαιρία και πλέον είναι πολύ αργά. Αλλά η απορία θα απομείνει ριζωμένη, αντάμα με τις χίλιες δυο υποθέσεις που φύτεψες, στα μύχια του λογισμού μου.
Ρώτησα και άλλους που σε γνώριζαν, ξέρεις, για εκείνη την ουλή.
Απλά με κοίταξαν απορημένοι:
"Ποιο σημάδι; Ποτέ μου δεν το είχα προσέξει...."
Λογική απόκριση, η αλήθεια είναι. Είναι παλιά η χαραγματιά και αχνή πλέον. Από αυτές που πρέπει να θέλεις να τις βρεις για να "εμφανιστούν".
Γιατί να προσέξεις κάτι τέτοιο, θα ρωτήσεις και δεν θα σου έχω κάποια τεκμηριωμένη απάντηση. Ένα "Έτσι είμαι εγώ" υπεραρκεί νομίζω. Όταν οι άλλοι θέλουν να μαθαίνουν για τα Θαύματα σου, εγώ ψάχνω τα σημάδια και τις πληγές που αγνοούν. Επιθυμώ να μαζέψω ευλαβικά τους εφιάλτες σου.
 Πλέον έχει κυλήσει ο χρόνος και σε παρέσυρε μακριά. Ακόμα και να θέλω δεν μπορώ να σε φτάσω...
Ελπίζω όμως, αυτοί που βρίσκονται τώρα στη τροχιά σου, να ανακαλύψουν αυτή την αχνή ουλή. Να ενδιαφερθούν να μάθουν για αυτήν.... Για όλες τις χαρακιές σου.
Και αν όχι αυτοί....
Κάποιος.
Κάποτε...
Τότε, να ξέρεις, θα είσαι τυχερός.