Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Σημειώσεις ενός Αυτόχειρα.

"Κλείνω τα μάτια και βλέπω Φαντάσματα. Ανοίγω τα μάτια και είναι ακόμα εκεί...
Όσο και αν προσπαθώ, δεν μ'αφήνουν.
Κοιτάω πίσω. 
Ένα σάπιο μονοπάτι. 
Διαλυμένο.
Άσχημο.
Κοιτάζω μπροστά.
Ένα γκρίζος τοίχος. 
Τέλος Δρόμου.
Μακάρι να μπορούσα να τον γκρεμίσω, αλλά έχω κουραστεί.
Αυτά τα γόνατα δεν με βαστάνε πια, και τα χέρια κρέμονται άψυχα στο πλάι.
Έχω μείνει με ένα ερωτηματικό και πολλές απορίες.
Εγώ με οδήγησα σ'αυτό το μονοπάτι. 
Εγώ πρώτα απ'όλα... Και οι άλλοι.
Μακάρι να έβλεπαν πίσω από τα ρυπαρά πανιά που κρύβουν τη ψυχή.
Δεν υπάρχει κανένα κενό κουφάρι εκεί στο βάθος.
Ίσως η αποφορά της σήψης είναι στα ίδια τα μυαλά τους.
Κάποτε...
Κάποτε εκεί μέσα μαινόταν μια πυρκαγιά που ήθελε να τυλίξει και άλλους στην ορμή της.
Να κάψει την σάρκα, να χαϊδέψει τα οστά, να σκορπίσει τις στάχτες στον κρύο αέρα. 
Να δώσει φτερά.
Να ελευθερώσει ψυχές.
Μια φωτιά βαθιά κλειδωμένη στα σκοτάδια, αθέατη από Θεούς και Δαίμονες. 
Έπνιγε. Έκαιγε.
Αθέατη και εμφανής.
Τι τα θες όμως;
Λένε πως στο Κράτος των Τυφλών βασιλεύει ο Μονόφθαλμος...
Χωρίς τροφή, χωρίς πνοή η φλόγα μίκρυνε. 
Χάθηκε.
Ότι έμεινε δεν είναι παρά ένα καύκαλο, σακατεμένο.
Να στέκεται ηττημένο μπροστά στον τοίχο.
Να σωριάζεται στο χώμα.
Να κλαίει.
Ο κύβος ερρίφθη.

************* 

Βλέπω το πιστόλι με την άκρη του ματιού μου, πεταμένο εκεί, στην άκρη του τραπεζιού.
Πώς τραγουδάει το όνομά μου...
Πόσο ποθώ το ατσάλι του να γράψει τον επίλογο...
Η σφαίρα να διαπεράσει το κρανίο, σε μια κόκκινη βροχή.
Να δώσει λύτρωση.
Ο Αέρας.
Κάποιος ρούφηξε όλο τον αέρα απ'το δωμάτιο.
Δεν υπάρχει ήχος για ν'ακούσω.
Δεν υπάρχει οξυγόνο ν'ανασάνω.
Μόνο Ατσάλι, ατελείωτο ατσάλι.
Είναι βαρύ στο χέρι μου, παγωμένο το πιστόλι.
Πιο βαρύ απ'όσο το θυμόμουν.
Ο ήχος που κάνει καθώς το οπλίζω εκκωφαντικός.
Οι σκέψεις χορεύουν σαν τρελές και όμως τόσο καθαρές σαν κρύσταλλο, σε μια νηφάλια μέθη.
Η κάννη, τι σκληρή και κρύα που είναι, χτυπάει στα δόντια και πληγώνει τον ουρανίσκο και πονάει.
Γεύομαι μέταλλο.
Είναι το πιστόλι ή το αίμα;
... Ή και τα δυο...;
Από κάπου ακούγονται δαιμονισμένες τυμπανοκρουσίες... Τι ταιριαστό για την αυλαία που πέφτει!
Αρνούμαι να δεχτώ πως είναι η καρδιά μου!
Ιδρώτας που τρέχει σε ρυάκια στο μέτωπο, στο λαιμό, στο στήθος, πάνω από μια καρδιά που σφυροκοπάει.
Μια τελευταία ανάσα.
Τρεμάμενη.
Διάολε.
Η σκανδάλη είναι πιο σκληρή απ'όσο θυμόμουν και πώς να τη τραβήξω;
Υποχωρεί αργά.
Βασανιστικά.
Με κοροϊδεύει.
Δεν πάει άλλο...
Μια στιγμή.
Ένας αιώνας.
Δεύτερες σκέψεις;
ΟΧΙ.
Κρότος.
ΣΟΚ.
Κόκκινο Σκοτάδι.



Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Δώσε Κρίνα!




"Πολλούς θανάτους έζησα μα σαν κι αυτόν για σένα,
πολλούς θανάτους έζησα,σαν κι αυτόν κανένα."

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μια κουβέντα.

Κάποιες φορές συμβαίνει να σου κάνουν ένα δώρο (ένα βιβλίο που έψαχνες καιρό πχ.), και όμως, το πραγματικό δώρο να κρύβεται μέσα σ'αυτό. Είναι κάτι απλό, που όμως αξίζει τα πάντα. Ένα κομμάτι χαρτί με ένα σύντομο σημείωμα, σφηνωμένο ανάμεσα στις σελίδες.

Με μεγαααάλη χρονοκαθυστέρηση, λοιπόν, ας δώσω μια απάντηση:

"Εγώ σε ευχαριστώ. Για όλα."

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Μπόγκαρτ.

Θυμάμαι ακόμα όταν διάβασα για πρώτη φορά το "Χάρι Πότερ και ο Αιχμάλωτος του Αζκαμπάν".
Ένας χειμώνας μισοξεχασμένος, βαμμένος στο γκρίζο και την βροχή, ο χειμώνας εκείνης της Τετάρτης Δημοτικού, υπήρξε το σύνορο ανάμεσα στον παιδικό κόσμο της αθωότητας και τον κόσμο των μεγάλων. 

Ήταν οι μέρες των διακοπών, κάπου μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, και το μικρό κορίτσι καθόταν σε εκείνον τον παλιό καναπέ, με τη μύτη χωμένη στο βιβλίο και πετούσε με μαγικά σκουπόξυλα πάνω απ'την βρετανική ύπαιθρο. Στο δίπλα δωμάτιο η αγαπημένη της θεία αργοπέθαινε, ο καρκίνος στον εγκέφαλο δεν είναι παίξε γέλασε... Η μυρουδιές από φάρμακα, αρρώστια, και χυμό πορτοκάλι εισέβαλαν στις αισθήσεις της, αλλά ήταν αποφασισμένη να τις αγνοήσει. Δεν ήταν εκεί. Ήταν στο Χόγκουαρτς στο κάτω κάτω, και αυτές οι μυρουδιές δεν είχαν καμιά θέση εκεί!

Σε αυτό το σκηνικό ήταν που διάβασα και για το Μπόγκαρτ... Εκείνο το μυστήριο πλάσμα, που ζει στα σκοτάδια, παίρνει την μορφή του χειρότερου φόβου σου και τρέφεται απ'αυτόν. Θυμάμαι να αναρωτιέμαι συνεπαρμένη, σε τι θα μεταμορφωνόταν το δικό μου Μπόγκαρτ και να μην μπορώ να καταλήξω σε κάτι συγκεκριμένο.
Κάποιο φάντασμα; Κάπου μέσα μου πίστευα πως δεν υπήρχαν. Το ίδιο και τα τέρατα.
Ο Θάνατος κάποιου αγαπημένου προσώπου; Το είχα ήδη ζήσει. Με άφησε ανεπηρέαστη. Ο Θάνατος είχε απομυθοποιηθεί στον νου μου. 
Τότε τι; Όσο και να έστυβα το μυαλό μου δεν έβρισκα κάτι που να φοβάμαι. Στο τέλος, με την αφέλεια που χαρακτηρίζει τις παιδικές εκείνες ηλικίες κατέληξα πως το Μπόγκαρτ μου θα ήταν μια αράχνη. Όπως ακριβώς και του Ρον.

11 χρόνια μετά, και εκείνο το μικρό κορίτσι δεν υπάρχει πια. Στην θέση του βρίσκεται μια εικοσάχρονη νέα γυναίκα. Πλέον ξέρω ποιο θα ήταν το Μπόγκαρτ μου, αν εμφανιζόταν αυτή τη στιγμή μπροστά μου. Δεν είναι κανένα τέρας και κανένα φάντασμα. Δεν είναι κανένα υπερμέγεθες έντομο. Είναι πεζό, όπως οφείλει να να είναι το Μπόγκαρτ ενός μεγάλου, χαζό ίσως για πολλούς, γελοίο. Έχει ανθρώπινες μορφές που αλλάζουν και δεν ξέρω πως να το γελοιοποιήσω για να το εξαφανίσω...  Ξέρω πως εκείνο το κορίτσι που υπήρχε κάποτε σε εκείνο το δωμάτιο και διάβαζε για τα Μπόγκαρτ θα με κορόιδευε αν της εκμυστηρευόμουν την μορφή του. Σπουδαία μάγισσα είμαι, που δεν μπορώ να νικήσω κάτι τόσο χαζό, θα έλεγε... Δεν θα καταλάβαινε. Ήταν πολύ αθώα για να καταλάβει.  

Ώρες ώρες ζηλεύω αυτό το μικρό κορίτσι, που περνούσε ώρες ολόκληρες σε εκείνον τον παλιό καναπέ διαβάζοντας.... Δυστυχώς όμως, υπάρχει παγιδευμένο μόνο εκεί πλέον. Ζει μόνο μέσα στις αποθήκες των αναμνήσεων μου και πουθενά αλλού.

"Ριντίκουλους!"





Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Υποθετικός Λόγος.

Αν είσαι γνώση, είμαι χάρισμα.
Αν είσαι κράμα, είμαι ατόφια ύλη.
Αν είσαι λογική, είμαι παράνοια.
Αν είσαι φως, είμαι σκιά. 
Αν είσαι χώμα σταθερό, είμαι φωτιά παμφάγα.
Και αν ήμουν εσύ, θα ήμουν παραπάνω.
Γιατί είμαι πυρκαγιά.
Είμαι κόλαση και φλόγα, και κυριεύω ό,τι αγγίζω!
Έχω φτιαχτεί για να επικρατώ.
................................................
Μέχρι να έρθει η βροχή και να με σβήσει μια για πάντα....    

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Υπεράνθρωπος

Σκαλίζοντας σαν όρνεο τα κουφάρια απ'τις νεκρές μνήμες, ξεθάβεις πράγματα που έκρυβες απ'τον ίδιο σου τον εαυτό....
 Ο Δαίμονας.
Ο Δαίμονας που σε ορίζει.
Που μιλάει μέσα σου.
Που προστάζει.
Που ρίχνει καυτή πίσσα στις φλέβες σου.
Ο Δαίμονας που είσαι Εσύ.
Που μισεί. 
Που κάνει τα σπλάχνα σου να κοχλάζουν, με την υγρή φωτιά της οργής. 
Περηφάνια.
Αλαζονεία.
Γιατί δεν είσαι άνθρωπος.
Πάντοτε αρνιόσουν την ανθρώπινη ύπαρξη ως κατώτερη. 
Ανούσια.
Μιαρή.
Αδύναμη.
Αδυναμία;
Κατάρα των πολλών. 
Αλλά εσύ δεν ανήκες ποτέ στους πολλούς, έτσι;
Όχι.
Ήσουν, είσαι, κάτι ανώτερο.
Δυνατό. 
Ψυχρό.
Αδιάβλητο.
Ένας Υπεράνθρωπος.
Ο Μαριονετίστας  και τα ανδρείκελα του.
Όλα, τα πάντα, όργανα για τη δική του ανέλιξη. 
Τα σχοινιά ήταν δικά σου για να τα τραβήξεις,
και οι μαριονέτες υποκλίνονταν στη μαεστρία σου.

Η Αρχή του Τέλους:
Το Παιχνίδι. 
Ανθρώπινο κατασκεύασμα, και άνθρωποι οι αντίπαλοι.
Πόθησες να το κερδίσεις.
Πόθος.
Ανθρώπινη αδυναμία.
Ένα σκαλί σπάει στο βάθρο...
Η Κάθοδος.
Όσο και να το αρνείσαι έφερες τον εαυτό σου, πρόσωπο με πρόσωπο με Αυτούς.
Έσκυψες. 
Δοκίμασες τον απαγορευμένο καρπό. 
Ο Δαίμονας σπαράζει όσο κυλιέσαι στο βούρκο σαν γουρούνι.
Αλλά δεν σε νοιάζει.
Το παιχνίδι θα το κερδίσεις, όπως και να έχει. 
Ακόμα και αν παίζεις σε άγνωστα ταμπλό.
Με άγνωστους κανόνες.
Τότε ήρθε και το τελειωτικό πλήγμα,
σαν ένα μεγάλο κύμα για να σε καταποντίσει.
Το παιχνίδι χάνεται και ποιοι κέρδισαν; 
Άνθρωποι.
Αδύναμα, αξιολύπητα πλασματάκια.
Ανάξια σεβασμού και προσοχής....
Ηττήθηκες κατά κράτος στον αγώνα που διψούσες πιο πολύ να κερδίσεις.
Έχασες το τρόπαιο που εποφθαλμιούσες πιο πολύ απ'όλα. 
Η Ήττα ξεγύμνωσε τα οστά από τη σάρκα.
Λύγισε τα γόνατα και τα έσπασε.
Σκόρπισε τα σπλάχνα στις λάσπες....
Έτσι λοιπόν, ο Υπεράνθρωπος κατέρρευσε,
αναδιπλώθηκε στα δυο θρηνώντας,
το αίμα μια λίμνη γύρω του σπαταλημένο,
και ο Δαίμονας, ντροπιασμένος, κρύφτηκε στις ακριβές του Σκιές.
Το τελευταίο του και πιο αγαπημένο καταφύγιο...

Απέτυχε.

Μια φράση ψέλλιζε μόνο, ξανά και ξανά, πυρετικά.
Σαν προσευχή ετοιμοθάνατου: 



"Είμαι Άνθρωπος. Πονάω."

Ναι! Επέστρεψα....  :)



"ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΌ" EDIT ΑΠΌ ΤΟ ΜΈΛΛΟΝ (2014):
Και που λες, ξεσκονίζοντας το μπλογκ μετά από κάτι χρόνια, πέφτω πάνω σ'αυτή την ανάρτηση ~την οποία είχα ξεχάσει παντελώς~ και καταλήγω χτυπιέμαι στα πατώματα απ'το γέλιο.
Νταξει, βρε πουλάκι μου μεταέφηβο... Είσαι drama queen, και ευτυχώς που δεν γνώριζες και τον Πετράν τότε, γιατί θα την έκανες την ανάρτηση "CHAOS IS A LADDER"...
Όπως και να έχει, σας παραθέτω το επίσημο "χαλί" της ανάρτησης, από το μέλλον και φεύγω (while highly amused):


Enjoy (?)

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Το βλέμμα σου σακάτεψε την μοίρα μου...



Η Φωτογραφία δικιά μου, δεν την παίρνει  κανείς χωρίς  credit σε εμένα  παρακαλώ!!! Ναι, άρχισα να ασχολούμαι ΚΑΙ με την φωτογραφία... (και εδώ, κάποιος κακοήθης θα μπορούσε να πει "δουλειά δεν είχε ο διάολος"...)

"Είχες το βλέμμα που σακάτεψε τη μοίρα μου

και μια σιωπή που τη στοιχειώναν μυστικά
ένα κατώφλι που περίμενε το τίποτα

και μια γάτα που τη λέγαν Σύλβια Πλαθ.

Είχες μια χούφτα σκόνη αστέρια στην παλάμη σου
έτσι όπως γύριζες στον ύπνο σου γλυκά 
μια κουρασμένη αγάπη, κρύα, λεία στην αγκάλη σου
κι ένα θάνατο αργό στα γιασεμιά.

Κι εγώ που δε σε γνώριζα μα πάντα σ αγαπούσα 
κι εγώ που σε φοβόμουνα και στη σκιά σου ζούσα
είχα ένα ψέμα για να ζω 
και εκτοξευμένος στο κενό 

δε μπόρεσα να θυμηθώ γιατί πονούσα..."

Διάφανα Κρίνα.








Ξέρεις ότι υπάρχει πρόβλημα έμπνευσης, όταν ξαφνικά αρχίζεις να ανεβάζεις στο blog σου τραγούδια που δεν είναι δικά σου, για να φανεί πως κάνεις κάτι...